χρυσαφένιος

χρυσαφένιος
α, ο золотой

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "χρυσαφένιος" в других словарях:

  • χρυσαφένιος — α, ο, Ν 1. κατασκευασμένος από χρυσάφι 2. μτφ. αυτός που λάμπει σαν χρυσάφι («χρυσαφένια μαλλιά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσάφι + κατάλ. ένιος (πρβλ. φιλντισ ένιος)] …   Dictionary of Greek

  • χρυσαφένιος, -ια, -ιο — 1. χρυσός. 2. αυτός που λάμπει σαν χρυσός, επίχρυσος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ένιος — α, ο 1. κατάληξη επιθέτων που σημαίνει ότι το προσδιοριζόμενο από το επίθετο αποτελείται από την ύλη που δηλώνει το επίθετο π.χ. μεταξένιος, σιδερένιος, ατσαλένιος κ.λπ. 2. δηλώνει ότι το πρόσωπο ή πράγμα που προσδιορίζεται από το επίθετο έχει… …   Dictionary of Greek

  • χρυσάφινος — η, ο, Ν χρυσαφένιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσάφι + κατάλ. ινος (πρβλ. χάλκ ινος). Το επίθ. μαρτυρείται από το 1835 στον Π. Σούτσο] …   Dictionary of Greek

  • χρυσαφής — ιά, ί, Ν χρυσαφένιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσάφι + κατάλ. ής (πρβλ. σταχτ ής)] …   Dictionary of Greek

  • Γουλιμή, Άλκη — (Αθήνα 1926 –). Συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Σπούδασε ξένες γλώσσες και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα την παιδική. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά, όπως Ο Ταχυδρόμος, Η Διάπλασις των Παίδων, Ο Κόσμος της Ελληνίδος κ.ά., δημοσιεύοντας… …   Dictionary of Greek

  • χρυσός — ή, ό 1. χρυσαφένιος, μαλαματένιος. 2. για ανθρώπους, αυτός που έχει καλούς τρόπους ή πολλά προτερήματα: Είναι χρυσός άνθρωπος. 3. ωφέλιμος, πολύτιμος, πολύ προσοδοφόρος: Κάνει χρυσές δουλειές. 4. φρ., «Tον έκανα χρυσό», τον παρακάλεσα πολύ. 5. το …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»